Επιστήμες

Αντιγονικό Σύστημα Rhesus-Ιστορική Ανασκόπηση

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Η ανακάλυψη και ταξινόμηση των ομάδων αίματος του ανθρώπου έγινε στις αρχές του 20ου αιώνα από τον Karl Landsteiner, ο οποίος προσδιόρισε για πρώτη φορά τα αντιγόνα Α και Β του αντιγονικού συστήματος ΑΒΟ. Για το λόγο αυτό, το 1930, τιμήθηκε ο ερευνητής με το βραβείο Νόμπελ.
Το αντιγονικό σύστημα Rhesus (Rh) των ομάδων αίματος του ανθρώπου και ειδικότερα το αντιγόνο D (RhD), ανακαλύφθηκε αργότερα, το 1939, από τους Levine και Stetson, οι οποίοι περιέγραψαν με ακρίβεια την αιτιολογία μίας περίπτωσης αιμολυτικής νόσου των νεογνών (Hemolytic Newborn Disease, HDN), χωρίς όμως να δώσουν όνομα στο υπεύθυνο αντιγόνο2. Η αιμολυτική αντίδραση προέκυψε κατά την μετάγγιση μιας γυναίκας με αίμα του συζύγου της, η οποία όμως πρόσφατα είχε γεννήσει ένα παιδί με HDN. Υπέθεσαν ότι η μητέρα είχε ανοσοποιηθεί από ένα αντιγόνο πατρικής προέλευσης, που υπήρχε στο έμβρυο και το αιμολυτικό επεισόδιο αποδόθηκε στο μητρικό αντίσωμα, το οποίο αντέδρασε με το ίδιο αντιγόνο στα κύτταρα του συζύγου της. Οι ανωτέρω ερευνητές απέδειξαν ότι αυτό το νέο αντιγόνο ήταν ανεξάρτητο από τα μέχρι τότε γνωστά των συστημάτων ΑΒΟ, ΜΝ και P3.
Το 1940, οι Landsteiner και Wiener περιέγραψαν αντισώματα, τα οποία είχαν παραχθεί σε ινδικά χοιρίδια και κουνέλια, που είχαν ενεθεί με ερυθροκύτταρα από πιθήκους της οικογένειας Rhesus (anti-Rh), εξ ου και η ονομασία του αντιγονικού αυτού συστήματος. Υπεύθυνο για την παρουσία των αντισωμάτων θεωρήθηκε το αντιγόνο RhD, που μεταγενέστερα αποδείχθηκε ότι είχε την ίδια ειδικότητα με εκείνο που προκάλεσε την αιμολυτική νόσο των νεογνών στην περίπτωση που περιέγραψαν οι Levine και Stetson. Αμέσως μετά την ανακάλυψη των αντισωμάτων anti-RhD (anti-Ro) έγινε φανερό ότι, όσον αφορά το σύστημα Rhesus η κατάσταση είναι περισσότερο περίπλοκη και ότι δεν φαίνεται να πρόκειται για ένα απλό αντιγονικό σύστημα ομάδων αίματος με ένα αντιγόνο και ένα αντίσωμα.
Το 1941, ο Wiener και οι συνεργάτες του περιέγραψαν ένα νέο αντιγόνο, γνωστό σήμερα ως C (rh΄). Παρατήρησαν μάλιστα ότι τα περισσότερα ερυθροκύτταρα τα οποία έφεραν το αντιγόνο αυτό ήταν θετικά και στο αντιγόνο D. Την ίδια χρονιά ο Levine και οι συνεργάτες του ανακάλυψαν το αντιγόνο c (rh΄΄) και ταυτόχρονα παρατήρησαν ότι ήταν συχνή η παρουσία του στα θετικά στο αντιγόνο RhD ερυθροκύτταρα, ενώ δεν έλλειπε στις περισσότερες περιπτώσεις από τα RhD αρνητικά ερυθροκύτταρα. Το 1943, ο Race και οι συνεργάτες του καθώς επίσης και ο Wiener ανέφεραν την ύπαρξη του αντιγόνου Ε (rh΄΄), το οποίο φάνηκε ότι ήταν μεν παρόν στα D θετικά ερυθροκύτταρα ειδικότερα όμως στα αρνητικά ως προς το αντιγόνο C. Τέλος, το 1945 ο Mourant και οι συνεργάτες του ανακάλυψαν το αντιγόνο e (hr΄΄).
Ο Fisher σε αυτό το σημείο έθεσε το γεγονός ότι τα αντιγόνα C και c έχουν αντιθετική σχέση, η οποία είναι ανεξάρτητη από την παρουσία των αντιγόνων D και E. Αργότερα ανακαλύφθηκε παρομοίως και η αντιθετική σχέση των αντιγόνων Ε και e. Όσον αφορά τα αντιγόνο D δεν βρέθηκε κανένα αντιγόνο αντιθετικό, τελικά δε ο όρος d χρησιμοποιήθηκε για να υποδηλώσει την απουσία D στα ερυθροκύτταρα. Περίπου μισό αιώνα αργότερα, με τη βοήθεια βιοχημικών και γενετικών αναλύσεων, αποδείχθηκε ότι στην πραγματικότητα, στις περισσότερες των περιπτώσεων, όταν το γονίδιο D απουσιάζει, δεν υπάρχει αλληλόμορφο γονίδιο να το αντικαταστήσει.
Μια δεκαετία μετά από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, το1960, η ανακάλυψη του γεγονότος ότι η πρωτογενής ανοσοποίηση έναντι του αντιγόνου RhD, η οποία προκαλείται από ασύμβατη εγκυμοσύνη, μπορεί να αποφευχθεί με παθητική χορήγηση anti-D ανοσοσφαιρίνης τις πρώτες ημέρες από τον τοκετό, οδήγησε στην επιτυχή εφαρμογή της προληπτικής ιατρικής.
Το 1961, ο Levine και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι τα αντισώματα έναντι του αντιγονικού συστήματος Rhesus (anti-Rh), ανθρώπινης ή ζωικής προέλευσης, έχουν διαφορετική ειδικότητα. Τα αντισώματα anti-Rh που προέρχονταν από τα ινδικά χοιρίδια ονομάστηκαν anti-LW προς τιμήν των Landsteiner και Wiener.
Τα τελευταία 16 χρόνια με την πρόοδο της μοριακής βιολογίας και την κλωνοποίηση των γονιδίων έχει σημειωθεί αντίστοιχη σημαντική πρόοδος όσον αφορά τη μοριακή ταυτοποίηση των αντιγόνων Rh.

Επιστημονική Διαδικτυακή Πύλη

Τηλέφωνο:
(+30)2392064040

Email:
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Εδρα:

Καρδία Θεσσαλονίκης

ΤΘ 57500, Καρδία